ευδερκής

εὐδερκής, -ές (Α)
1. αυτός που βλέπει καλά
2. αυτός που έχει λαμπρούς οφθαλμούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -δερκής (< δέρκομαι «βλέπω») πρβλ. γλυκυ-δερκής, οξυ-δερκής)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐδερκής — seeing brightly masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδερκεῖ — εὐδερκής seeing brightly masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) εὐδερκής seeing brightly masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδερκές — εὐδερκής seeing brightly masc/fem voc sg εὐδερκής seeing brightly neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.